Στη δροσερή του Προύμπου την πλαγιά μικρό χωριό σκαλώνει
Και μέχρι τον Κόνγκορο και τη Σουνχώρα κάτ’ απλώνει.
Δυο ρέματα με πάθος τ' αγκαλιάζουν και το ζώνουν,
Κι ο Λάγιτσος με τη Γαβρίλα αχ! πως το καμαρώνουν!
Απ' της Λάιστας το βουνό ο ήλιος κάθε πρωί το λούζει, το ζεσταίνει!
Κι ολομερής ο αγέρας το χαϊδεύει, το θωπεύει, το δροσίζει!
Το δείλι ο ίσκιος της Τύμφης το νανουρίζει!
Κι ο Γκιώνης, με τη θλιμμένη του λαλιά! Αχ! πώς τ' αποκοιμίζει!
Ο κούκος, απ' του γεροπεύκου το ξερό κλαρί,
την Άνοιξη, κάθε πρωί με τι χαρά την προμηνεί!
Απ' το ρέμα το βαθύ, τ' αηδόνι, αχ! πώς τη διαλαλεί!
Κι ο κότσυφας τι γλέντι κάνει εκεί ψηλά στη λεύκα και στη δρυ!
Σε τούτο του Ηλιου τ' όμορφο, μικρό καλό χωριό
πρωτόειδα γω το θαυμαστό κόσμο, το λαμπρό!
Στο Πισιώτη έπαιζα με τ' άλλα του χωρίου παιδιά,
απ' το πουρνό και στον Κόγκουρο ως το βαθύ το δειλινό!
Στο ταπεινό κι αγαπημένο μικρό Πετρόχαστο σχολειό,
πρωτάκουσα το γλυκόλαλο δάσκαλο του χωριού μ' εγώ,
τη σοφία να ιστορεί και τη δόξα των αρχαίων μας προγόνων,
καθώς και την παλικαριά του Εικοσιένα μας ηρώων.
Ξάπλωσα με μπιστικούς φίλους καλούς και γκαρδιακούς,
κατ' απ' του Γκουλαριάρου τις πανύψηλες βελανιδιές
Τη βουή του πεύκου της Ορτζίστας άκουσα και της οξιάς.
Κάθισα στον ίσκιο του γεροπλάτανου και της λυγόβεργης ιτιάς
Σκαρφάλωσα του Πάπιγκου τα κακοτράχαλα, κοφτερά τσουγκάρια
Της Τσούκας τα γούπατα πέρασα και τις βαθύσκιωτες πλάγιες
Ξέσχισα άφοβα τα λογγάρια της Κούτσιομπας και τα ρουμάνια
Του Μπόρου ανέβηκα τις πανύψηλες πευκοσκέπαστες πλάγιες
Στο σούρουπο, άκουσα στη Γκινιάσα τα ουρλιαχτά του λύκου
Στο Γυφτόκαμπο με τρόμαξε της αρκούδας τ' άγριο μουγκρητό
Το σφύριγμα με ξάφνιασε του περήφανου άγριου τράγου,
απ’ το κοφτερό τσουγκάρι του Κόρμπου το ψηλό!
Γεύτηκα απ' της Γηστέρας τη βουνίσια ολόδροση πηγή,
κρυστάλλινο, αθάνατο, παρθενικό νερό!
Απ' του Φάγκου και της Σιώντας τη δροσερή πηγή
πόσο άφθονο ήπια, γάργαρο, δροσερό νερό!
Του ψαρά δοκίμασα τη χαρά και τη λαχτάρα,
στο κελαρυστό του Ρουρ-Ράτσε πεντακάθαρο νερό
Στην ποταμιά αντάμωσα την Πινδιώτικη αρκούδα,
με το φεγγάρι ολόγιομο κατάκορφα στον ουρανό!
Κι έφυγα και περπάτησα ταυ κόσμου τα στενορύμια.
Νυχτοπερπάτησα στράτες δύσκολες και σκοτεινές.
Δρασκέλησα τετράψηλα βουνά κάμπους και λαγκάδια!
πέρασα πελάγια απέραντα και θάλασσες πλατιές!
Σε κάστρα κλείστηκα του Μεσαίωνα στη Δύση.
Είδα πόλεις βουερές, πρωτεύουσες μεγάλες ξακουστές!
Στην Αλεξάνδρεια έφτασα του Μέγα στην Εσχάτη!
Άκουσα του κόσμου τις γλώσσες και ντοπιολαλιές.
Όπου κι αν πήγα, στη Δύση και πέρα στην Ανατολή,
η ρίζα μ' γερά πάντα ήταν μπηγμένη στη γη την πατρική.
Και προσμένω, τώρα, με λαχτάρα την ευλογημένη ώρα, την καλή,
Τα πιστρόφια να γιορτάσω στη χορταριασμένη του σπιτιού μ' αυλή!
Τασκέντη 1971.
Υ.Γ. Επαναπατρίστηκα το 1977 κι όντως γιόρτασα τα πιστρόφια μου στην χορταριασμένη του σπιτιού μ' αυλή, μια που οι ορδές του Χίτλερ το 1943 έκαψαν το σπίτι μου κι από τους δικούς μου δεν είχε απομείνει κανείς.
Γεώργιος Καρατζάς |